Όταν είμαστε μικρές, οι γονείς μας, μας προειδοποιούσαν να μη μιλάμε ποτέ σε αγνώστους, ούτε καν να κοντοστεκόμαστε για να τους απαντήσουμε.
Ο άγνωστος κρύβει μέσα του ένα πιθανό εχθρός. Έτσι, “καλουπωνόμαστε” μεγαλώνοντας να απευθυνόμαστε μόνο σε φίλους, κοντινά πρόσωπα και ομοίους μας.
Μεγαλώνοντας όμως, ωριμάζεις. Συνήθως, ξέρεις να ξεχωρίζεις τον επικίνδυνο από το νορμάλ πολίτη. Όμως ο φόβος παραμένει.
Το περασμένο καλοκαίρι, στις διακοπές, πήγαινα συχνά για μπάνιο σε μια παραλία που συνήθιζαν να κολυμπούν οι ντόπιοι και όσοι είχαν σπίτια στο νησί, όχι οι τουρίστες. Εκεί, μέσα στη θάλασσα αλλά και στην παραλία, κάτω από τα αλμυρίκια, ήθελες – δεν – ήθελες, έπιανες κουβέντα με αγνώστους. “Καλημέρες”, “πώς είστε”, “από πού φυσάει σήμερα” κλπ. σπάζανε τη μέρα σου ευχάριστες κουβέντες, χωρίς φιλοσοφικό βάθος (αυτές που λέγονται στα αγγλικά small talk).
Αυτό το “χούι” του καλοκαιριού μου έμεινε και το χειμώνα. Μιλάω πλέον συστηματικά με αγνώστους.
Όταν, λοιπόν, σκέφτομαι να ανταλλάξω κουβέντα με έναν άγνωστο, κάνω το πρώτο βήμα με πολλή ευχαρίστηση.
Στον υπάλληλο του super-market, στο σαντουϊτσάδικο, στο μανάβικο, στην ουρά της τράπεζας, στη μοδίστρα για τις μεταποιήσεις.
“Τι θα το κάνετε τόσο κριθαράκι που πήρατε;”
“Ναι, είδατε, μόνο έναν υπάλληλο έχουν!”
“Σας προτείνω να βάλετε στο σάντουιτς μοσχάρι, φασόλια και αβοκάντο που έβαλα και γώ.”
“Πώς περάσατε το Σαββατοκύριακο; Ξεκουραστήκατε καθόλου;”
“Μα τι ωραίο το φόρεμά σας. Γιατί να το κοντύνετε;”
“Να σας ρωτήσω κάτι; Τι είναι αυτό που τρώνε σε εκείνο το τραπέζι;”
Κάποια στιγμή, στην Παλαιά Επίδαυρο, πάλι, μέσα στο νερό, έπιασα κουβέντα επί τρία τέταρτα της ώρας καθώς κολυμπούσαμε, με έναν κύριο που ήξερε τα πάντα για την περιοχή (τυχερή ήμουν!).
Και πολλά άλλα τέτοια με ανθρώπους που δεν έχω ιδέα πώς λέγονται ή αν θα τους ξαναδώ ποτέ (εξαιρούνται οι υπάλληλοι τους super-market) αλλά και με ανθρώπους που ψιλο-ξέρω και αρχίζω τις ερωτήσεις ενδιαφέροντος και κατανόησης, που μοιάζουν με συνέντευξη.
Πιστεύω, τελικά, στο καλό που μας κάνουν οι κουβέντες με ανθρώπους έξω από το κοντινό μας περιβάλλον. Κάνουν τη μέρα μου πιο πλούσια και πιο ανθρώπινη.
Δεν εννοώ να πιέζεις κάποιον να σου μιλήσει με το ζόρι. Ένας “βαρύς” άνθρωπος δεν έχει κέφια για κουβέντα. Μην τον πιέσουμε, ξαφνικά!
Αν θυμηθείς και άλλες στιγμές, η κουβέντα με αγνώστους είναι αγχολυτική. Δυο φορές στη ζωή μου, μου συνέβη αυτό: κατά τη διάρκεια μιας τετράωρης πτήσης έπιασα κουβέντα με το διπλανό μου και ούτε που κατάλαβα τις αναταράξεις. Επίσης, κατά τη διάρκεια μιας μεταφοράς με σκάφος από το ξενοδοχείο στο αεροδρόμιο, πάλι η κουβέντα με έναν άγνωστο ήταν αγχολυτική. Ούτε που θυμάμαι ονόματα.
Το ίδιο συνέβη επίσης και με μια γιαγιά που πήγαινε να δει το παιδί της στην Αμερική. Στην πτήση ως τη Ζυρίχη μου έπιασε την πάρλα από το άγχος της.
“- Αχ! παιδάκι μου, με ποιον θα μιλάω τώρα για να μην φοβάμαι;” αναρωτήθηκε καθώς αποχωριζόμασταν.
Το ίδιο δε συμβαίνει σε μουσεία, εκθέσεις, εκδρομές; Χωρίς την κουβέντα με έναν άγνωστο δεν μπορείς να ευχαριστηθείς όσα βλέπεις ή να μοιραστείς τις σκέψεις σου για όσα περνούν μπροστά από τα μάτια σου!
Οι ντροπές ξεπερνιούνται και αυτό που μένει είναι η γνήσια επικοινωνία με έναν συνάνθρωπο.
Πολλές φορές, ο άγνωστος είναι ο γείτονας. Με κάποιο τρόπο, ας ανιχνεύσουμε τι είδους άνθρωποι κάθονται δίπλα μας ή κοντά μας γιατί τους έχουμε συχνά ανάγκη. Όχι απαραίτητα για μια κούπα ζάχαρη, αλλά κυρίως, για κάποιο τυχαίο δυσάρεστο γεγονός που θα χρειαστείς στήριξη.
Καταλήγοντας: πάντα με μέτρο και προσοχή, το να μιλάς με αγνώστους μόνο καλό σου κάνει.
Αράχωβα, 3 Ημέρες (2 Διανυκτερεύσεις) για 2 ενήλικες και ένα παιδί έως 12 ετών σε μεζονέτα με τζάκι και πρωινό (Έως 27/04/2018), 179,00 ευρώ από 355,00 ευρώ
ΥΓ. Ο καλύτερος ίσως τρόπος να γνωρίσεις ανθρώπους και να εξοικειωθείς με το παιχνίδι της προσέγγισης εκείνων που ζουν στο ίδιο περιβάλλον με σένα (κι ενδεχομένως δεν είχες παρατηρήσει καν) είναι τα ταξίδια. Σήμερα είναι ευκαιρία να εκμεταλλευτείς την Black Friday και να προγραμματίσεις μια απόδραση για λίγες μέρες.

