Όταν πρωτομπήκα εγώ στο ωδείο ήμουν δεν ήμουν 7 χρονών, θυμάμαι ακόμη τα σκαλοπάτια που ανεβαίναμε και τον μπαμπά μου να λέει «νομίζω θα σου αρέσει πολύ». Μόλις φτάσαμε στον κύριο χώρο άκουσα τον ήχο του πιάνου, μια ζεστή μελωδία ήχησε στα αυτιά μου και ο φωτεινός χώρος έγινε ακόμη πιο θελκτικός. Ένας κύριος μεγάλος σε ηλικία σηκώθηκε και μας χαιρέτησε, με κοίταξε στα μάτια και μου είπε « αυτό θα είναι η καλύτερη παρέα σου, θα είναι η χαρά και η παρηγοριά σου».
Τα χρόνια πέρασαν, έκανα μαθήματα με πολλούς μουσικούς, κανένας όμως δεν ήταν δάσκαλος σαν και αυτόν, κανένας δεν με έκανε να αγαπήσω το πιάνο και τη μουσική περισσότερο από αυτόν, το αντίθετο τολμώ να πω, οι περισσότεροι ήταν άχρωμοι και «ξύλινοι».
Πάντα όμως θα είμαι ευγνώμον στον μπαμπά μου γιατί από ένστικτο ή από τύχη αυτή η πρώτη επαφή με τη μουσική ήταν μαγική και δεν έχει σημασία αν δεν έγινα επαγγελματίας μουσικός, δεν ήταν άλλωστε αυτό το ζητούμενο, έμαθα όμως να ακούω και να έχω κριτήριο στη μουσική και αυτό για μένα, ναι, είναι ζητούμενο και προσδοκώμενο.
Όλα αυτά ήρθαν στο μυαλό μου την ώρα που μπήκαμε μαζί με τη μικρή στο ωδείο και μέχρι να συμπληρώσω τα απαιτούμενα χαρτιά άκουγα τον ήχο του πιάνου, κάποιος είχε μάθημα. Αυτά σκεφτόμουν και στο δρόμο της επιστροφής προς το σπίτι, «πώς πήγε το μάθημα;» ρώτησε ο άνδρας μου, «πολύ καλά, λάτρεψε τα τύμπανα» του απάντησα «άντε και στο Juilliard school» μου είπε γελώντας.

