Το καλοκαίρι που ποτέ δεν ήρθε…

 

Προσωπικά αγαπώ πολύ το καλοκαίρι από παιδί, λίγο η αίσθηση ξενοιασιάς και ελευθερίας, λίγο τα γενέθλια μου, πάντα είχε κάτι μαγικό για μένα.

Όταν ήμουν στο σχολείο το περίμενα για να κλείσω τα βιβλία και να παίξω στη γειτονιά, να ματώσουν τα γόνατά μου από τις πτώσεις στο ποδήλατο και να μαλώσω με τη μαμά μου για το ποια ώρα θα μαζευτώ από το κρυφτό και το κυνηγητό. Έζησα αυτές τις υπέροχες εποχές που παίζαμε στο δρόμο και κανείς δεν αγχωνόταν.

(To κορίτσι της φωτογραφίας φοράει μαγιό μπικίνι με φουντάκια, το οποίο κοστίζει 39,00 ευρώ και θα το βρεις σε αυτό το link)

Μεγαλώνοντας λάτρευα την τελευταία μέρα στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα και είχα πάντα ένα καρδιοχτύπι μήπως και δεν προλάβω το πλοίο για Κυκλάδες και χάσω το πρώτο ποτό στο νησί με την παρέα, βλέπετε εγώ ερχόμουν από Γαλλία και οι αφίξεις μου ήταν πάντα οριακές.

Όταν ξεκίνησα να δουλεύω μετρούσα τις μέρες για την καλοκαιρινή άδεια και ξαφνικά οι Κυκλάδες δεν ήταν ο απόλυτος προορισμός, αλλά η επιστροφή στο πατρικό, να ξεκουραστώ στην ηρεμία και στη ζεστασιά του.

Το καλοκαίρι του 2016 ήταν ένα από τα πιο σημαντικά στη ζωή μου, γεννήθηκε η κόρη μου και το «μαζί» απέκτησε άλλο νόημα, πιο ουσιαστικό, πιο κουραστικό αλλά και πιο μοναδικό.

Ξαφνικά, πέρυσι το καλοκαίρι ήταν σαν κάποιος να το «έκλεισε» και να αποφάσισε ότι η χαρά και η ξενοιασιά δεν θα ξανάρθουν, σαν κάποιος να αποφάσισε να με τιμωρήσει που μεγαλώνω και να μου πάρει κάτι που όσο περνάει ο χρόνος το έχεις περισσότερο ανάγκη: την ασφάλεια.

Πέρυσι το καλοκαίρι ήταν το πρώτο χωρίς τον μπαμπά μου και η επιστροφή στο πατρικό δεν είχε την ίδια γλύκα, τίποτα δεν ήταν το ίδιο και το ότι δεν άκουσα τη χαρακτηριστική φράση που έλεγε πάντα ο μπαμπάς μου στο πρώτο βλέμμα απόγνωσης, απορίας ή άγχους που είχα το «μη φοβάσαι ο μπαμπάς είναι εδώ» νομίζω θα με στοιχειώνει για πάντα.

Για πάντα…μεγάλη κουβέντα…μέχρι το φετινό καλοκαίρι που κατάλαβα ότι υπάρχει κάτι που στοιχειώνει ακόμη και τον ίδιο το θάνατο, ένας ακόμη θάνατος, πιο σοκαριστικός, πιο «μεγάλος», πιο άγριος, πιο άδικος.

Ο μπαμπάς μου πέθανε από ανακοπή, χαρούμενος που ερχόταν να δει την εγγονή του, πλήρης όπως ο ίδιος συχνά δήλωνε, δεν βίωσε καμία αγωνία θανάτου, κανένα πόνο, δεν κάηκε, δεν αγνοήθηκε, δεν είδε το παιδί του να καίγεται, το σκύλο του να ουρλιάζει, το σπίτι του να εξαφανίζεται.

Ο μπαμπάς μου πέθανε και τολμώ να πω το πιο αντισυμβατικό πράγμα που ποτέ δεν φαντάστηκα ότι θα μπορούσα να ξεστομίσω, ότι γι’ αυτό το θάνατο είμαι «χαρούμενη» τελικά, μόνο που η αποδοχή αυτή δεν φτάνει για να γυρίσει πίσω η ξενοιασιά και η ασφάλεια.
Γιατί αυτό το καλοκαίρι τελικά ποτέ δεν ήρθε, πάνω που πήγε να κάνει την εμφάνισή του έφυγε, χάθηκε σε κύματα νερού και καπνού, καλύφθηκε από τόσο θάνατο που νομίζω ότι και ο ίδιος ο θάνατος θέλει να φύγει από τη χώρα μας.

Ζητάω πίσω τη χαρά μας, τη ζωή μας, ζητάω και τις ψυχές που έφυγαν αλλά ξέρω ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει και αφού αυτό δεν γίνεται μπορεί τουλάχιστον να ανοίξει η πόρτα εξόδου για όσους μας έφεραν εδώ μήπως και ξαναμυρίσει αγιόκλημα και γιασεμί αυτή η χώρα;

By continuing to use the site, you agree to the use of cookies. more information

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close