Γιατί τα παιδιά μας κλαίνε στην ταβέρνα;

 

Άντε βρε ψωνάρα θα σκεφτείτε, τα παιδιά παντού κλαίνε, «εάν δεν κλάψει δεν μεγαλώνει» λέει ο «σοφός» λαός…μήπως όμως δεν πρόκειται τελικά για τόσο «σοφά» λόγια;

Άντε βρε ψηλομύτα που έρχεσαι να αμφισβητήσεις την πείρα τόσο χρόνων, τα δικά μας παιδιά είναι μέσα στη ζωντάνια, δεν είναι ρομποτάκια σαν τα παιδιά στην Ευρώπη…χμ…ναι…και όχι.

Γιατί τα «δικά» μας παιδιά τριγυρίζουν τσιρίζοντας στην ταβέρνα μετά το μπάνιο το καλοκαίρι, ενώ τα αντίστοιχης ηλικίας «made in Europe» κάθονται ήρεμα και τρώνε ή παίζουν με το παιχνίδι τους;

Ε όχι δεν είναι ακριβώς έτσι, ετοιμάζεστε να μου πείτε.

Είναι ακριβώς έτσι και χειρότερα.

Πριν μερικά χρόνια, όχι πολλά αλλά τόσα ώστε το Κουφονήσι ήταν ακόμη ένα ήρεμος και out of fashion προορισμός καλοκαιρινών διακοπών, ήμασταν στην παραλία.

Είχαμε πάει νωρίς και δεν υπήρχε κανείς, σε λίγο ήρθε μία οικογένεια με 3 παιδιά, Σουηδοί ήταν, κάθισαν μπροστά μας. Αφού τακτοποιήθηκαν τόσο αθόρυβα που ήταν σαν μη τους άκουγες καθόλου, τα παιδιά έφυγαν τρέχοντας για την πρώτη τους βουτιά, οι γονείς καθόταν στην παραλία και κουβέντιαζαν…χαμηλόφωνα αλλά «ζωντανά» ταυτόχρονα. Λίγο αργότερα σηκώθηκε η γυναίκα-μαμά, πήγε στην άκρη στο κύμα, φώναξε μία φορά ήρεμα τα παιδιά, βγήκαν, τους έβαλε αντιηλιακό και μετά όλοι συνέχισαν το μπάνιο τους.

Απολαμβάναμε αμέριμνοι τον ήλιο και τη μαγευτική θάλασσα αυτού του νησιού, ένα σκηνικό απόλυτης ηρεμίας και χαλάρωσης…τα «Σουηδάκια» έπαιζαν στο κύμα, άκουγες μόνο τα γέλια τους και χαμογελούσες και εσύ.

Ξαφνικά ακούμε φασαρία και πριν προλάβουμε να καταλάβουμε τί είναι αυτό που μας «ξυπνάει» από την καλοκαιρινή μας ραστώνη στην άμμο, μία μπάλα προσγειώνεται στο κεφάλι μου και όπως ασυναίσθητα πετάχτηκα ακούω ένα «συγγνώμη, παιδιά βλέπετε, τί να κάνουμε», συγκρατώ το αυθόρμητο «να τα μαζέψετε», χαμογελάω με κατανόηση, ψελλίζω ένα «δεν πειράζει» μέσα από τα δόντια μου και γυρίζω από την άλλη.

Για την ιστορία να συμπληρώσω ότι ο πληθυντικός «παιδιά» ήταν σχήμα λόγου, υπήρχε μόνο ένα παιδί και μάλιστα όχι μωρό, ήταν γύρω στα 7-8, σε εκείνη την ηλικία δηλαδή που καταλαβαίνει τα πάντα και μπορείς πλήρως να συνεννοηθείς και αν τότε είχα μία επιφύλαξη για το αν και κατά πόσο μπορείς να συνεννοηθείς, τώρα που έχω και παιδί είμαι απόλυτη, μπορείς, εδώ το «όχι» το αντιλαμβάνεται μέχρι και η μικρή μου που είναι μόλις 12 μηνών.

Η συνέχεια ήταν πιο «εκκωφαντική»…σε μία άδεια παραλία, ήμασταν μόνο εγώ και ο άνδρας μου και η πενταμελής οικογένεια από τη Σουηδία, η τριμελής ελληνική οικογένεια δεν μπορούσε να αποφασίσει που να καθίσει, το κάθε μέλος επέλεγε ένα διαφορετικό σημείο και ο ένας φώναζε στον άλλο «εδώ είναι καλύτερα».

Κάποια στιγμή, αποφάσισαν και εμείς κοιταχτήκαμε και είπαμε «ωραία, θα ηρεμήσουμε», νομίζαμε…σε λίγο ο μικρός φεύγει για την πρώτη του βουτιά, την ώρα που βάζει το πόδι του στη θάλασσα σηκώνεται η μαμά και φωνάζει από την παραλία που καθόταν «να προσέχεις, να μη πας στα βαθιά»…αθάνατη Ελληνίδα μάνα σκέφτομαι και γελάω.

Μετά από λίγο, αλλά από λίγο, δεν είχα προλάβει να γυρίσω σελίδα στο βιβλίο που διάβαζα και διάβαζα το τρίτο από μία υπέροχη τριλογία του Maurice Attia την «Κόκκινη Μασσαλία» και ήμουν πολύ απορροφημένη, ακούω μία τσιρίδα «τί σου είπα εγω; Έλα έξω τώρα»…το παιδί είχε μπει μέχρι τη μέση στο νερό…λίγο πριν τον πνιγμό δηλαδή.

Ο άνδρας μου γυρίζει και μου λέει «λέω να τα μαζεύουμε, ησυχία δεν θα βρούμε»,  «έλα» απαντάω εγώ,  «μη γίνεσαι υπερβολικός», τελικά υπερβολική ήμουν εγώ, υπερβολικά αισιόδοξη δηλαδή γιατί μετά από λίγο, καθώς φυσικά το παιδί επιδεικτικά αγνοούσε τις προσταγές της μητέρας, η αθάνατη Ελληνίδα μάνα αρχίζει να ουρλιάζει «βγες έξω σου λέω τώρα, πρέπει να βάλεις και αντιηλιακό, ακούς τί σου λέω;»

Μεταξύ μας την άκουσαν μέχρι το Κάτω Κουφονήσι, τέτοια τσιρίδα σε μία άδεια παραλία ήταν έως τρομακτική. Ο μικρός βγαίνει, μέσα στα νεύρα και τη γκρίνια, βάζει αντιηλιακό και ξαναφεύγει τρέχοντας, ξανά οι ίδιες «συμβουλές» στον ίδιο τόνο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο μπαμπάς ήταν τελείως αμέτοχος, ψαχούλευε στο ψυγειάκι που είχαν μαζί τους, κάποια στιγμή κάτι ρωτάει, προφανώς δεν τον ικανοποιεί η απάντηση και αρχίζουν να μαλώνουν για το ποιανού ευθύνη ήταν να υπάρχει αυτό που απουσίαζε από το ψυγειάκι, μη με ρωτήσετε τί, δεν κατάλαβα.

Όση ώρα η ελληνική οικογένεια έκανε όλα αυτά, περιττό ίσως να πω ότι είχε απλωθεί σε χώρο που θα χρειαζόταν μία δεκαμελής παρέα, η οικογένεια με τα τρία παιδιά από τη Σουηδία δεν είχε ακουστεί…αν όμως σήκωνες το βλέμμα σου θα έβλεπες ότι τα παιδιά είχαν βγει από τη θάλασσα, ήταν κάτω από την ομπρέλα, το ένα διάβαζε, το άλλο έπαιζε και το τρίτο συνομιλούσε με τους γονείς του…ΑΝ σήκωνες το βλέμμα, γιατί σας διαβεβαιώνω ότι δεν είχαμε ακούσει τίποτα.

Κάπου εκεί ανάμεσα στον ήλιο, την άμμο, το αντιηλιακό και τον καβγά του ελληνικού ζευγαριού, βγαίνει από τη θάλασσα ο μικρός, ζητάει τα κουβαδάκια του, «όχι αυτά, τα άλλα» λέει με ύφος, προφανώς η μαμά είχε πάρει τα «λάθος» κουβαδάκια και η γκρίνια συνεχίστηκε με τους γονείς να εκτοξεύουν ο ένας στον άλλο, το γνωστό «εσύ φταις» και ο μικρός να κυλιέται ουρλιάζοντας στην άμμο «θέλω τα κουβαδάκια μου».

Μετά από λίγο οι Σουηδοί έφυγαν, εμείς απελπισμένοι σηκωθήκαμε να φύγουμε επίσης και αυτοί συνέχιζαν να μαλώνουν…σε μία άδεια παραλία…τί δεν καταλαβαίνεις;

Εγώ πάλι καταλαβαίνω…καταλαβαίνω γιατί τα «Σουηδάκια» δεν τσιρίζαν…γιατί δεν μεγαλώνουν μέσα στην υστερία, στις φωνές, στις υπερβολές, γιατί το «όχι» των γονιών είναι «όχι» και δεν αναιρείται στο δεκάλεπτο και το «ναι» είναι «ναι» και δεν το παίρνουν πίσω επειδή δεν τους βολεύει και μ’ αυτόν τον τρόπο τα παιδιά δεν γίνονται πιο υπάκουα γιατί είναι «ρομποτάκια» αλλά γιατί είναι πιο ώριμα και λιγότερο κακομαθημένα.

Ποιο είναι δηλαδή το διαφορετικό που κάνουν «αυτοί» οι γονείς;

Είναι ένας διαφορετικός τρόπος αντιμετώπισης των πραγμάτων που ξεκινάει από την κούνια…και το εννοώ!

 

Δεν τρέχουν στην κούνια με το που ακούνε το μωρό να κλαίει

Μόλις κλάψει δεν παίρνουν το μωρό αμέσως αγκαλιά, περιμένουν…μήπως απλά ξανακοιμηθεί…και ξανακοιμάται, τουλάχιστον τις περισσότερες φορές και κάπως έτσι απλά και καθόλου «σκληρά» το μωρό, με ένα «μαγικό» τρόπο κοιμάται όλη νύχτα.

 

Είναι ιδιαίτερα αυστηροί με το φαγητό

Όταν ένα μωρό δεν τρώει μία τροφή, περιμένουν μερικές μέρες και του τη δίνουν  ξανά, μ’ αυτόν τον τρόπο το παιδί μαθαίνει ότι κάθε τροφή έχει τη δική της αξία, ότι δεν αποκλείουμε καμία τροφή και ότι μπορούμε να μη το φάμε όλο αλλά τουλάχιστον πρέπει να το δοκιμάσουμε. Κάπως έτσι, τα παιδιά «εκαπιδεύονται» να μη τρώνε μόνο πατάτες και μακαρόνια και κάπως έτσι τα ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας στην Ευρώπη, στη Γαλλία για παράδειγμα, είναι 1 προς 6 όταν στην Ελλάδα το αντίστοιχο νούμερο είναι 1 προς 3.

 

Οι γονείς έχουν προσωπική ζωή και μετά το παιδί

Ανέκδοτο ε; όχι! Πραγματικότητα!

Στον υπόλοιπο πολιτισμένο κόσμο αυτό αναγνωρίζεται ως δικαίωμα και όχι ως προνόμιο για το οποίο ένα ζευγάρι πρέπει πολύ να προσπαθήσει. Οι ενήλικες έχουν επιθυμίες και δικαιώματα τα οποία το παιδί πρέπει να μάθει να σέβεται, πώς; Ξεκινώντας όπως είπαμε από την κούνια…δηλαδή από τον ύπνο…τα παιδιά κοιμούνται μία συγκεκριμένη ώρα όχι μόνο γιατί αυτό είναι καθοριστικό για την ανάπτυξή τους αλλά ΚΑΙ γιατί οι γονείς έχουν ανάγκη από προσωπικό χρόνο.

 

Οι μαμάδες δεν ενδίδουν στα πείσματα

Αυτό σας το βεβαιώνω! Όταν ζούσα στη Γαλλία είχα γίνει πολλές φορές μάρτυρας του ίδιου σκηνικού…το παιδί να χτυπιέται στο πάτωμα του super market και να ζητάει κάτι, η Γαλλίδα μάνα με ηρεμία του εξηγούσε ότι δεν γίνεται, το μικρό συνέχιζε, αυτή σε αυστηρό αλλά όχι απότομο τόνο του έλεγε ένα «αρκετά», το παιδί συνέχιζε…η μαμά συνέχιζε τα ψώνια της χωρίς να δευτερολογήσει, ο κόσμος ΔΕΝ την κοιτούσε περίεργα και «περιέργως» το παιδί σταματούσε, πήγαινε δίπλα της και συνέχιζαν τα ψώνια τους.

Το βίωσα, πολλές φορές, κάθε φορά με το ίδιο αποτέλεσμα, το παιδί μαθαίνει ότι η γκρίνια και η υστερία είναι ένα χαρτί που δεν μπορεί να ξαναπαίξει.

 

Εξηγούν τα πάντα στα παιδιά τους

Σε αντίθεση με τους Έλληνες γονείς που η μόνιμη ατάκα είναι «επειδή το λέω εγώ» οι Σουηδοί για παράδειγμα εξηγούν τα πάντα, γιατί πρέπει ή δεν πρέπει να το κάνεις.

Στη Γαλλία άκουγα τις μαμάδες να μιλάνε στα βρέφη ότι «αυτό δεν το κάνουμε γιατί θα λερώσουμε και κάποιος, που δεν είναι η δουλειά του, θα κουραστεί να το καθαρίσει», όλο αυτό μπορεί να γινόταν γιατί το μωρό έριχνε κάτω ένα μωρομάντηλο.

Η εκπαίδευση ξεκινάει από την κούνια αλλά έχει σωστό τρόπο και τόνο.

 

Οι μαμάδες δεν κουβαλούν στην τσάντα μπισκότα

Έχω μία φίλη, Ελληνίδα, που ζει στη Νορβηγία, όταν έρχεται στην Ελλάδα και βγαίνουμε έξω με τον 4 χρονών γιο της δεν έχει ποτέ γλυκά, μπισκότα κτλ. στην τσάντα της για να είναι ήσυχος ο μικρός και να πιούμε ήρεμα τον καφέ μας. Πρώτον γιατί αυτό είναι κακό για την υγεία του, ο μικρός και η οικογένεια δηλαδή τηρούν τα συγκεκριμένα γεύματα που πρέπει να γίνονται και δεν τσιμπολογάνε, επιπλέον γιατί το παιδί έχει ΕΝΑ παιχνίδι μαζί του, ξέρει ότι για κάποιες ώρες θα παίξει μ’ αυτό και κάπου εκεί τελειώνει το θέμα, γιατί όπως η ίδια λέει, στη Νορβηγία δεν «ενοχοποιείται» ο γονιός που δεν ασχολείται διαρκώς με το παιδί του.

 

Μήπως ήρθε ο καιρός να «πεθάνει» η αιώνια Ελληνίδα μάνα και να ανθίσει ένα άλλο είδος;

Αυτό της υγιούς, ισορροπημένης μαμάς που έχει και δική της ζωή, μιλάει χωρίς υστερία στο παιδί και στον άνδρα της και δεν βλέπει το παιδί σαν προέκταση του χεριού της;

Μήπως ήρθε η εποχή αντί να μεγαλώνουμε «καλά» παιδιά, να μεγαλώνουμε αυτόνομα παιδιά που μπορούν να ελέγχουν τη συμπεριφορά τους και να είναι ευγενικά τόσο με τον εαυτό τους όσο και με τους άλλους;

Μήπως λέω τώρα εγώ; Μήπως;

Και αν ακόμη δεν σας έχω πείσει μπορείτε να ρίξετε μια ματιά και σ’αυτό το βιβλίο

French Parents Don’t Give In by Pamela Druckerman

 

By continuing to use the site, you agree to the use of cookies. more information

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close